γιορτερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιορτερός < γιορτή + -ερός

Επίθετο[επεξεργασία]

γιορτερός, -ή, -ό

  1. γιορτινός, εορταστικός


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη γιορτάσι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]