Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκίνια

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : γκινέα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γκίνια οι γκίνιες
      γενική της γκίνιας —
    αιτιατική την γκίνια τις γκίνιες
     κλητική γκίνια γκίνιες
Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκίνια < (άμεσο δάνειο) ιταλική ghigna < γαλλική guigne[1][2] → δείτε και τα ρήματα: ιταλική ghignare, ιταλική guigner

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκίνια θηλυκό

Φράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ γκίνια - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. ↑ γκίνια -  Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)