γκανιότα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκανιότα γκανιότες
γενική γκανιότας
αιτιατική γκανιότα γκανιότες
κλητική γκανιότα γκανιότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκανιότα < γαλλική cagnotte

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκανιότα θηλυκό

  1. (σε τυχερά παιχνίδια) ποσοστό που καταβάλλει αυτός που κερδίζει στη λέσχη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]