γρέζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρέζι < ιταλική greggio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρέζι ουδέτερο

  1. ανωμαλία που προέκυψε στην επιφάνεια ενός αντικειμένου κατά την κοπή του, συνήθως μεταλλικού
  2. μικροσκοπικό θραύσμα από αντικείμενο που κόπηκε

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]