γραφοσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραφοσκόπιο γραφοσκόπια
γενική γραφοσκοπίου γραφοσκοπίων
αιτιατική γραφοσκόπιο γραφοσκόπια
κλητική γραφοσκόπιο γραφοσκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραφοσκόπιο < γραφή + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραφοσκόπιο ουδέτερο

  1. ειδική εποπτική συσκευή με την οποίο επιχειρείται προβολή διαφανειών
    Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις: διαφανοσκόπιο
  2. όργανο που φέρει αμφίκυρτο φακό με το οποίο επιχειρείται γραφολογική εξέταση κειμένων ή η ακρίβεια αντιγράφων (φωτοτυπιών)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]