γυμνοσπέρματος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γυμνοσπέρματος γυμνοσπέρματη γυμνοσπέρματο
γενική γυμνοσπέρματου γυμνοσπέρματης γυμνοσπέρματου
αιτιατική γυμνοσπέρματο γυμνοσπέρματη γυμνοσπέρματο
κλητική γυμνοσπέρματε γυμνοσπέρματη γυμνοσπέρματο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυμνοσπέρματοι γυμνοσπέρματες γυμνοσπέρματα
γενική γυμνοσπέρματων γυμνοσπέρματων γυμνοσπέρματων
αιτιατική γυμνοσπέρματους γυμνοσπέρματες γυμνοσπέρματα
κλητική γυμνοσπέρματοι γυμνοσπέρματες γυμνοσπέρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνοσπέρματος < ελληνιστική κοινή γυμνοσπέρματος < γυμνός + -ο- + σπέρμα + -ος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γυμνοσπέρματος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]