δεκαοχτώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκαοχτώ < ελληνιστική κοινή δεκαοκτώ < αρχαία ελληνική ὀκτωκαίδεκα < ὀκτώ + δέκα

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

δεκαοχτώ

  • ο ακέραιος αριθμός (18) που ακολουθεί το δεκαεπτά (17) και προηγείται του δεκαεννιά (19)· με τα σύμβολα του ελληνικού αλφαβήτου γράφεται ιη΄ και στο λατινικό σύστημα αρίθμησης XVIII

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεκαοχτώ αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. ουδέτερο: σχολικός βαθμός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
  2. ουδέτερο: οτιδήποτε (πχ δωμάτιο, λεωφορείο) έχει ως χαρακτηριστικό αριθμό το 18
  3. ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ηλικία
    στα δεκαοχτώ του τέλειωσε το λύκειο
  4. θηλυκό μόνο στον πληθυντικό: για να δηλωθεί ημερομηνία
    στις δεκαοχτώ του μηνός

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]