δευτερόλεπτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δευτερόλεπτο τα δευτερόλεπτα
      γενική του δευτερολέπτου
& δευτερόλεπτου
των δευτερολέπτων
& δευτερόλεπτων
    αιτιατική το δευτερόλεπτο τα δευτερόλεπτα
     κλητική δευτερόλεπτο δευτερόλεπτα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δευτερόλεπτο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δευτερόλεπτο ουδέτερο

  1. μονάδα μέτρησης του χρόνου, το ένα εξηκοστό του λεπτού
    συντομογραφία: sec, s
  2. πολύ μικρό χρονικό διάστημα

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]