διάδραση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάδραση οι διαδράσεις
      γενική της διάδρασης
& διαδράσεως
των διαδράσεων
    αιτιατική τη διάδραση τις διαδράσεις
     κλητική διάδραση διαδράσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάδραση < διά + δράση ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) interaction)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάδραση θηλυκό

  1. (νεολογισμός) (εκπαίδευση) (πληροφορική) η αλληλεπιδραστική αμφίδρομη διαδικασία μεταξύ δύο ατόμων (ή ομάδων) ή μεταξύ ανθρώπων και (υπολογιστικών) μηχανών
    Η εκπαιδευτική διαδικασία προϋποθέτει διάδραση. Ως διάδραση ορίζουμε το είδος δράσης που συντελείται όταν δύο ή περισσότερα άτομα δρουν, επηρεάζοντας το ένα το άλλο. Το κύριο χαρακτηριστικό της διάδρασης είναι η αμφίδρομη μορφή αυτής της σχέσης επιρροής μεταξύ των διαδρώντων ατόμων σε αντίθεση με τη μονόδρομη μορφή της συμβατικής δράσης: αιτίου-αιτιατού. (*)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]