διάδραση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διάδραση | οι | διαδράσεις |
| γενική | της | διάδρασης* | των | διαδράσεων |
| αιτιατική | τη | διάδραση | τις | διαδράσεις |
| κλητική | διάδραση | διαδράσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διαδράσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διάδραση < διά- + δράση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interaction)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διάδραση θηλυκό
- (νεολογισμός, εκπαίδευση, πληροφορική) η αλληλεπιδραστική αμφίδρομη διαδικασία μεταξύ δύο ατόμων (ή ομάδων) ή μεταξύ ανθρώπων και (υπολογιστικών) μηχανών
- ※ Η εκπαιδευτική διαδικασία προϋποθέτει διάδραση. Ως διάδραση ορίζουμε το είδος δράσης που συντελείται όταν δύο ή περισσότερα άτομα δρουν, επηρεάζοντας το ένα το άλλο. Το κύριο χαρακτηριστικό της διάδρασης είναι η αμφίδρομη μορφή αυτής της σχέσης επιρροής μεταξύ των διαδρώντων ατόμων σε αντίθεση με τη μονόδρομη μορφή της συμβατικής δράσης: αιτίου-αιτιατού. (* .pdf @ipeir.pde.sch.gr)
- ※ Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διάδραση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα διά- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Εκπαίδευση (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)