διάπλαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάπλαση οι διαπλάσεις
      γενική της διάπλασης
διαπλάσεως*
των διαπλάσεων
    αιτιατική τη διάπλαση τις διαπλάσεις
     κλητική διάπλαση διαπλάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάπλαση < ελληνιστική κοινή διάπλασις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάπλαση θηλυκό

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος διαπλάθω
    1. η διαμόρφωση του χαρακτήρα, του ήθους
      η διάπλαση των νέων
    2. η μορφή που έχει αποκτήσει κάτι
      κανονική σωματική διάπλαση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]