διάπλαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάπλαση διαπλάσεις
γενική διάπλασης
& διαπλάσεως
διαπλάσεων
αιτιατική διάπλαση διαπλάσεις
κλητική διάπλαση διαπλάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάπλαση < ελληνιστική κοινή διάπλασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάπλαση θηλυκό

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος διαπλάθω
    1. η διαμόρφωση του χαρακτήρα, του ήθους
      η διάπλαση των νέων
    2. η μορφή που έχει αποκτήσει κάτι
      κανονική σωματική διάπλαση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]