διάσελο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διάσελο τα διάσελα
      γενική του διάσελου των διάσελων
    αιτιατική το διάσελο τα διάσελα
     κλητική διάσελο διάσελα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάσελο < δια- + σέλα + -ο < ελληνιστική κοινή σέλλα (κάθισμα) < λατινική sella < sedeo < πρωτοϊταλικά *sedēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sed- (κάθομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάσελο ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]