σέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

σέλα σε ράχη αλόγου
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σέλα οι σέλες
      γενική της σέλας των σελών
    αιτιατική τη σέλα τις σέλες
     κλητική σέλα σέλες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέλα < ελληνιστική κοινή σέλλα (κάθισμα) < λατινική sella < sedeo < πρωτοϊταλικά *sedēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sed- (κάθομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σέλα θηλυκό

  1. εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης
     συνώνυμα: εφίππιο
  2. κάθισμα ποδηλάτου ή μοτοσικλέτας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • διαφέρει από το σαμάρι παρόλο που έχουν κοινή εννοιολογική σημασία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]