διάσπορο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το διάσπορο τα διάσπορα
      γενική του διάσπορου των διάσπορων
    αιτιατική το διάσπορο τα διάσπορα
     κλητική διάσπορο διάσπορα
Παράρτημα
Diaspore-Margarite-rare-09-05b.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάσπορο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική diaspore < αρχαία ελληνική διασπείρω < διά + σπείρω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈa.spɔ.ɾɔ/ και /ˈðʝa.spɔ.ɾɔ/
συλλαβισμός: δι‐ά‐σπο‐ρο ή
συλλαβισμός: διά‐σπο‐ρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάσπορο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]