διαλείπων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλείπων, λόγια μετοχή ενεστώτα του ρήματος διαλείπω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

διαλείπων - ουσα -ον

  1. που εμφανίζει διακοπές ή εμφανίζεται με διαλείμματα, σποραδικά ή περιοδικά
    διαλείπον ρεύμα
    διαλείπουσα μνήμη, διαλείπων πυρετός
    Η γραία αφήκε κραυγήν θάμβους και φόβου· — Μπα!.... τ' είν αυτό, πουλάκι μ'; Εδείκνυε τα αραιά διαλείποντα οδόντια, και τα χάσματα των οφθαλμών του κρανίου. Η Ευανθία εκάλεσεν εις επικουρίαν όλην την ετοιμότητα του πνεύματός της (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της δασκάλας τα μάτια)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]