διεθνιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διεθνιστής διεθνιστές
γενική διεθνιστή διεθνιστών
αιτιατική διεθνιστή διεθνιστές
κλητική διεθνιστή διεθνιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεθνιστής < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεθνιστής αρσενικό

  • αυτός που πιστεύει πως όλος ο κόσμος αποτελεί μια πατρίδα και είναι αντίθετος με την ιδέα του έθνους με τη στενή έννοια. Δηλαδή υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν τα σύνορα μεταξύ κρατών. Διότι τα κρατικά σύνορα εμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση των εργατών, κεφαλαίων κλκπ.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]