διεθνής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | διεθνής | η | διεθνής | το | διεθνές |
| γενική | του | διεθνούς* | της | διεθνούς | του | διεθνούς |
| αιτιατική | τον | διεθνή | τη | διεθνή | το | διεθνές |
| κλητική | διεθνή(ς) | διεθνής | διεθνές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | διεθνείς | οι | διεθνείς | τα | διεθνή |
| γενική | των | διεθνών | των | διεθνών | των | διεθνών |
| αιτιατική | τους | διεθνείς | τις | διεθνείς | τα | διεθνή |
| κλητική | διεθνείς | διεθνείς | διεθνή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διεθνής < (διά) δι- + έθν(ος) + -ής κατά το αλλοεθνής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική international [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði̯eˈθnis/ και /ðʝeˈθnis/
- • για την προφορά /ði.eˈθnis/ → δείτε και τις λέξεις τριεθνής και τετραεθνής
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δι‐ε‐θνής
Επίθετο
[επεξεργασία]διεθνής, -ής, -ές
- που περιλαμβάνει τη συμμετοχή πολλών εθνών ή αφορά πολλά ή όλα τα έθνη
- ※ Η διεθνής και εγχώρια ταχυδιακίνηση και ταχυδιανομή εγγράφων ή μικροδεμάτων και μικροαντικειμένων με κάθε μέσο (Courrier) (από περιγραφή σκοπού εταιρείας από τον Επιχειρηματικό Οδηγό ΕΒΕΑ, ανάκτηση 23/12/2025)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- διεθνές δίπλωμα οδήγησης
- διεθνές δίκαιο
- Διεθνές Δικαστήριο
- διεθνές κύρος
- διεθνή ύδατα
- διεθνή στενά
- Διεθνής Αερολιμένας
- διεθνής κατάσταση
- διεθνής κοινότητα
- διεθνής πολιτική σκηνή
- διεθνής τύπος
- διεθνούς φήμης
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διεθνής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | διεθνής | οι | διεθνείς |
| γενική | του του/της |
διεθνή διεθνούς |
των | διεθνών |
| αιτιατική | τον/τη | διεθνή | τους/τις | διεθνείς |
| κλητική | διεθνή | διεθνείς | ||
| Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό. Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος. Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού, σε -ους, σε -η, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «συγγενής». | ||||
| Κατηγορία όπως «συγγενής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
διεθνής αρσενικό ή θηλυκό
- (γενικότερα) αθλητής ή παίκτης που συμμετείχε σε εθνική ομάδα
η διεθνής μας κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμά της
- (ειδικότερα, σκάκι, μπριτζ) τίτλος παίκτη που έχει κερδίσει σε διεθνείς αγώνες και έχει συγκεντρώσει κάποια συγκεκριμένη ελάχιστη βαθμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διεθνής θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ διεθνής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δι- από το δια- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'συγγενής' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)