διεθνής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Διεθνής

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διεθνής διεθνής διεθνές
γενική διεθνούς διεθνούς διεθνούς
αιτιατική διεθνή διεθνή διεθνές
κλητική διεθνή(ς) διεθνής διεθνές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διεθνείς διεθνείς διεθνή
γενική διεθνών διεθνών διεθνών
αιτιατική διεθνείς διεθνείς διεθνή
κλητική διεθνείς διεθνείς διεθνή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεθνής < διά + έθνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ɛθ.ˈnis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διεθνής, -ής, -ές

  1. που περιλαμβάνει τη συμμετοχή πολλών εθνών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • διεθνές δίπλωμα οδήγησης
  • διεθνές δίκαιο
  • Διεθνές Δικαστήριο
  • διεθνές κύρος
  • διεθνή ύδατα
  • διεθνή στενά
  • Διεθνής Αερολιμένας
  • διεθνής κατάσταση
  • διεθνής κοινότητα
  • διεθνής πολιτική σκηνή
  • διεθνής τύπος
  • διεθνούς φήμης

Όροι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεθνής αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γενικότερα) αθλητής ή παίκτης που συμμετείχε σε εθνική ομάδα
  2. (ειδικότερα) (σκάκι, μπριτζ) τίτλος παίκτη που έχει κερδίσει σε διεθνείς αγώνες και έχει συγκεντρώσει κάποια συγκεκριμένη ελάχιστη βαθμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεθνής θηλυκό

  1. άλλη γραφή του: Διεθνής