διεθνής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Διεθνής

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διεθνής διεθνής διεθνές
γενική διεθνούς διεθνούς διεθνούς
αιτιατική διεθνή διεθνή διεθνές
κλητική διεθνή(ής) διεθνής διεθνές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διεθνείς διεθνείς διεθνή
γενική διεθνών διεθνών διεθνών
αιτιατική διεθνείς διεθνείς διεθνή
κλητική διεθνείς διεθνείς διεθνή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεθνής < διά + έθνος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ɛθ.ˈnis/

Επίθετο[επεξεργασία]

διεθνής, -ής, -ές

  1. που περιλαμβάνει τη συμμετοχή πολλών εθνών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • διεθνές δίπλωμα οδήγησης
  • διεθνές δίκαιο
  • Διεθνές Δικαστήριο
  • διεθνές κύρος
  • διεθνή ύδατα
  • διεθνή στενά
  • Διεθνής Αερολιμένας
  • διεθνής κατάσταση
  • διεθνής κοινότητα
  • διεθνής πολιτική σκηνή
  • διεθνής τύπος
  • διεθνούς φήμης

Όροι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεθνής αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γενικότερα) αθλητής ή παίκτης που συμμετείχε σε εθνική ομάδα
  2. (ειδικότερα) (σκάκι, μπριτζ) τίτλος παίκτη που έχει κερδίσει σε διεθνείς αγώνες και έχει συγκεντρώσει κάποια συγκεκριμένη ελάχιστη βαθμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεθνής θηλυκό

  1. άλλη γραφή του: Διεθνής