διῶρυξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική διῶρυξ διώρυχε διώρυχες
Γενική διώρυχος διωρύχοιν διωρύχων
Δοτική διώρυχι διωρύχοιν διώρυξι(ν)
Αιτιατική διώρυχα διώρυχε διώρυχας
Κλητική διῶρυξ διώρυχε διώρυχες
Γενική: αρχικά διώρυχος και μεταγενέστερα διώρυγος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διῶρυξ < διορύσσω και στην Αττική διoρύττω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διῶρυξ θηλυκό

  1. το κανάλι
  2. (μεταφορικά) κάποιο πέρασμα (π.χ. υπόγειο, στοά)
  3. λάκκος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]