δοσάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοσάς δοσάδες
γενική δοσά δοσάδων
αιτιατική δοσά δοσάδες
κλητική δοσά δοσάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοσάς < δόση + -άς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοσάς αρσενικό (θηλυκό: δοσού)

  1. έμπορος, με ή χωρίς κατάστημα, που πουλάει με δόσεις και πληρώνεται σε τακτά διαστήματα πηγαίνοντας, ο ίδιος, στο σπίτι ή το μαγαζί του αγοραστή

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]