δράπανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δράπανο δράπανα
γενική δραπάνου
& δράπανου
δραπάνων
& δράπανων
αιτιατική δράπανο δράπανα
κλητική δράπανο δράπανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράπανο < αρχαία ελληνική δράπανον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δράπανο ουδέτερο

  • είδος φορητού (ή σταθερού) μηχανικού τρυπανιού
  • μηχανικό εργαλείο περιστροφικής κίνησης πάνω στο οποίο προσαρμόζεται συνήθως ελικοειδές τρυπάνι που χρησιμοποιείται γιά το τρύπημα υλικών. Μπορεί να είναι χειροκίνητο ή ηλεκτροκίνητο.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]