δρεπάνι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | δρεπάνι | τα | δρεπάνια |
| γενική | του | δρεπανιού | των | δρεπανιών |
| αιτιατική | το | δρεπάνι | τα | δρεπάνια |
| κλητική | δρεπάνι | δρεπάνια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δρεπάνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δρεπάνι(ν) < ελληνιστική κοινή δρεπάνιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική δρέπανον
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δρεπάνι ουδέτερο
- αγροτικό εργαλείο για το θερισμό
- ※ στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- δρεπάνη (θηλυκό)
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
δρεπάνι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Εργαλεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)