κόσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόσα κόσες
γενική κόσας
αιτιατική κόσα κόσες
κλητική κόσα κόσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. (εργαλείο) κόσα < σλαβική *kosa (σύγκρινε: βουλγαρική, косá, σλαβομακεδονική кóса, πολωνική kósa, ρωσική косá, σερβική, ко̀са/kòsa, σλοβακική kosa, τσέχικη kosa, κτλ
  2. (γλώσσα) κόσα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

Χρήση κόσας

κόσα ή κοσιά θηλυκό

  1. μακρυδρέπανο, γεωργικό εργαλείο με το οποίο θερίζεται το τριφύλλι ή άλλο χόρτο, είδος δρεπανιού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

κόσα

  1. γλώσσα που μιλιέται στη Νότια Αφρική

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]