κόσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Κατηγορία:Γλώσσα κόσα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόσα κόσες
γενική κόσας
αιτιατική κόσα κόσες
κλητική κόσα κόσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. (εργαλείο) κόσα < σλαβική *kosa (σύγκρινε: βουλγαρική косá, σλαβομακεδονική кóса, πολωνική kosa, (κάτω) σορβική kósa, ρωσική косá, σερβική ко̀са/kòsa, σλοβακική kosa, τσεχική kosa, κτλ)
  2. (γλώσσα) κόσα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

Χρήση κόσας

κόσα ή κοσιά θηλυκό

  1. μακρυδρέπανο, γεωργικό εργαλείο με το οποίο θερίζεται το τριφύλλι ή άλλο χόρτο, είδος δρεπανιού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

κόσα

  1. (γλώσσα) η γλώσσα Xhosa που μιλιέται στη Νότια Αφρική
    συνώνυμα: ξόσα
    κωδικός γλώσσας: xh

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]