εκκοκκιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκκοκκιστικός εκκοκκιστική εκκοκκιστικό
γενική εκκοκκιστικού εκκοκκιστικής εκκοκκιστικού
αιτιατική εκκοκκιστικό εκκοκκιστική εκκοκκιστικό
κλητική εκκοκκιστικέ εκκοκκιστική εκκοκκιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκκοκκιστικοί εκκοκκιστικές εκκοκκιστικά
γενική εκκοκκιστικών εκκοκκιστικών εκκοκκιστικών
αιτιατική εκκοκκιστικούς εκκοκκιστικές εκκοκκιστικά
κλητική εκκοκκιστικοί εκκοκκιστικές εκκοκκιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκοκκιστικός < εκκοκκίζω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκκοκκιστικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με τον εκκοκκισμό, αναφέρεται σ' αυτόν ή χρησιμοποιείται γι' αυτόν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]