εκλαμπρότατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκλαμπρότατος η εκλαμπρότατη το εκλαμπρότατο
      γενική του εκλαμπρότατου της εκλαμπρότατης του εκλαμπρότατου
    αιτιατική τον εκλαμπρότατο την εκλαμπρότατη το εκλαμπρότατο
     κλητική εκλαμπρότατε εκλαμπρότατη εκλαμπρότατο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκλαμπρότατοι οι εκλαμπρότατες τα εκλαμπρότατα
      γενική των εκλαμπρότατων των εκλαμπρότατων των εκλαμπρότατων
    αιτιατική τους εκλαμπρότατους τις εκλαμπρότατες τα εκλαμπρότατα
     κλητική εκλαμπρότατοι εκλαμπρότατες εκλαμπρότατα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκλαμπρότατος < (μεταφραστικό δάνειο) ιταλική illustrissimo

Επίθετο[επεξεργασία]

εκλαμπρότατος, -η, -ο

  • (προσφώνηση) χρησιμοποιείται ως τιμητικός τίτλος για ανώτατους πολιτικούς άρχοντες και αρχιερείς, χρησιμοποιείται επίσης ειρωνικά για οποιονδήποτε διάσημο άνθρωπο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]