εξαγνιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαγνιστικός εξαγνιστική εξαγνιστικό
γενική εξαγνιστικού εξαγνιστικής εξαγνιστικού
αιτιατική εξαγνιστικό εξαγνιστική εξαγνιστικό
κλητική εξαγνιστικέ εξαγνιστική εξαγνιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαγνιστικοί εξαγνιστικές εξαγνιστικά
γενική εξαγνιστικών εξαγνιστικών εξαγνιστικών
αιτιατική εξαγνιστικούς εξαγνιστικές εξαγνιστικά
κλητική εξαγνιστικοί εξαγνιστικές εξαγνιστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαγνιστικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξαγνιστικός, -ή, -ό

  1. που συμβάλλει στον εξαγνισμό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]