ερμηνευτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερμηνευτής < αρχαία ελληνική ἑρμηνευτής < ἑρμηνεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερμηνευτής αρσενικό

  1. αυτός που ερμηνεύει
  2. αυτός που εξηγεί κάτι αναλύοντας το νόημά του
  3. αυτός που κάνει ερμηνεία ενός θεατρικού ή κινηματογραφικού ρόλου ή ενός μουσικού κομματιού