εφευρετικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφευρετικός < ελληνιστική κοινή ἐφευρετικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εφευρετικός

  1. που έχει την ικανότητα να κάνει εφευρέσεις
  2. που έχει την ικανότητα να βρίσκει εύκολα λύσεις σε προβλήματα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]