εφευρετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εφευρετικός εφευρετική εφευρετικό
γενική εφευρετικού εφευρετικής εφευρετικού
αιτιατική εφευρετικό εφευρετική εφευρετικό
κλητική εφευρετικέ εφευρετική εφευρετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εφευρετικοί εφευρετικές εφευρετικά
γενική εφευρετικών εφευρετικών εφευρετικών
αιτιατική εφευρετικούς εφευρετικές εφευρετικά
κλητική εφευρετικοί εφευρετικές εφευρετικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφευρετικός < ελληνιστική κοινή ἐφευρετικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εφευρετικός

  1. που έχει την ικανότητα να κάνει εφευρέσεις
  2. που έχει την ικανότητα να βρίσκει εύκολα λύσεις σε προβλήματα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]