ζαβαλίδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαβαλίδικο ζαβαλίδικα
γενική ζαβαλίδικου ζαβαλίδικων
αιτιατική ζαβαλίδικο ζαβαλίδικα
κλητική ζαβαλίδικο ζαβαλίδικα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαβαλίδικο (αρσενικό ο ζαβαλής και θηλυκό ζαβαλού)

(ιδιωματικό) ο ταλαίπωρος , ο δυστυχής, ο φουκαράς, ο κακομοίρης, ο φτωχός, ο αξιολύπητος (λέξη που ακούγεται πια μόνον στους κύκλους των Κωνσταντινουπολιτών Ελλήνων) → δείτε τη λέξη: ζαβαλής