Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζελεδάκι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ζιλεδάκι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζελεδάκι τα ζελεδάκια
      γενική
    αιτιατική το ζελεδάκι τα ζελεδάκια
     κλητική ζελεδάκι ζελεδάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζελεδάκι < ζελέ + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζελεδάκι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]