ηλιοφάνεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλιοφάνεια ηλιοφάνειες
γενική ηλιοφάνειας
αιτιατική ηλιοφάνεια ηλιοφάνειες
κλητική ηλιοφάνεια ηλιοφάνειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλιοφάνεια < ηλιο- + -φανεια, γαλλική ensoleillement

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ʎɔ.ˈfa.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλιοφάνεια θηλυκό

  1. καιρική συνθήκη κατά την οποία ο ήλιος λάμπει στον ουρανό χωρίς ιδιαίτερες νεφώσεις
  2. το διάστημα της ημέρας κατά το οποίο ο ήλιος δεν κρύβεται από τα σύννεφα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]