ηχοαπορροφητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ηχοαπορροφητικός ηχοαπορροφητική ηχοαπορροφητικό
γενική ηχοαπορροφητικού ηχοαπορροφητικής ηχοαπορροφητικού
αιτιατική ηχοαπορροφητικό ηχοαπορροφητική ηχοαπορροφητικό
κλητική ηχοαπορροφητικέ ηχοαπορροφητική ηχοαπορροφητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηχοαπορροφητικοί ηχοαπορροφητικές ηχοαπορροφητικά
γενική ηχοαπορροφητικών ηχοαπορροφητικών ηχοαπορροφητικών
αιτιατική ηχοαπορροφητικούς ηχοαπορροφητικές ηχοαπορροφητικά
κλητική ηχοαπορροφητικοί ηχοαπορροφητικές ηχοαπορροφητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηχοαπορροφητικός < ήχος + απορροφητικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ηχοαπορροφητικός -ή -ό

  1. που έχει την ιδιότητα να απορροφά τα ηχητικά κύματα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]