θεληματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεληματικός θεληματική θεληματικό
γενική θεληματικού θεληματικής θεληματικού
αιτιατική θεληματικό θεληματική θεληματικό
κλητική θεληματικέ θεληματική θεληματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεληματικοί θεληματικές θεληματικά
γενική θεληματικών θεληματικών θεληματικών
αιτιατική θεληματικούς θεληματικές θεληματικά
κλητική θεληματικοί θεληματικές θεληματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεληματικός < θέλημα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɛ.li.ma.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεληματικός, ή, ό

  1. που χαρακτηρίζεται από ισχυρή θέληση
  2. που δείχνει άνθρωπο με ισχυρή θέληση
    θεληματικό πηγούνι
  3. εκούσιος, με τη θέληση κάποιου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]