θρυλικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θρυλικός θρυλική θρυλικό
γενική θρυλικού θρυλικής θρυλικού
αιτιατική θρυλικό θρυλική θρυλικό
κλητική θρυλικέ θρυλική θρυλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θρυλικοί θρυλικές θρυλικά
γενική θρυλικών θρυλικών θρυλικών
αιτιατική θρυλικούς θρυλικές θρυλικά
κλητική θρυλικοί θρυλικές θρυλικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρυλικός < θρύλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɾi.li.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /θɾi.li.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /θɾi.li.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θρυλικός -ή -ό

  1. που ανάγεται στην περιοχή του θρύλου
  2. (για πρόσωπο ή κατόρθωμα) που έχει αναχθεί σε θρύλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]