θυμίαμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θυμίαμα θυμιάματα
γενική θυμιάματος θυμιαμάτων
αιτιατική θυμίαμα θυμιάματα
κλητική θυμίαμα θυμιάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμίαμα < αρχαία ελληνική θυμίαμα < θυμιάω / θυμιῶ < θύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυμίαμα ουδέτερο

  • αρωματική ουσία με χαρακτηριστική κι έντονη μυρουδιά, που χρησιμοποιείται σε θρησκευτικές τελετές

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]