λιβάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λιβάνι τα λιβάνια
      γενική του λιβανιού των λιβανιών
    αιτιατική το λιβάνι τα λιβάνια
     κλητική λιβάνι λιβάνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιβάνι < μεσαιωνική ελληνική λιβάνι(ν) < αρχαία ελληνική λίβανος < φοινικικά 𐤋𐤁𐤍 (άσπρος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λιβάνι ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]