λίβανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

τα σύνθετα φύλλα του λιβάνου από κοντά


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λίβανος λίβανοι
γενική λιβάνου λιβάνων
αιτιατική λίβανο λιβάνους
κλητική λίβανε λίβανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίβανος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίβανος αρσενικό

  • (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο του γένους Boswellia με σύνθετα φύλλα, που παράγει ρητίνη από την οποία φτιάχνεται το λιβάνι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]