λίβανος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | λίβανος | οι | λίβανοι |
| γενική | του | λιβάνου | των | λιβάνων |
| αιτιατική | τον | λίβανο | τους | λιβάνους |
| κλητική | λίβανε | λίβανοι | ||
| Κατηγορία όπως «άνθρωπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λίβανος < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈli.va.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λί‐βα‐νος
- ομόηχο: Λίβανος
- τονικό παρώνυμο: Λιβανός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λίβανος αρσενικό
- (φυτό) φυλλοβόλο δέντρο του γένους Boswellia με σύνθετα φύλλα, που παράγει ρητίνη από την οποία φτιάχνεται το λιβάνι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | λίβανος | οἱ | λίβανοι |
| γενική | τοῦ | λιβάνου | τῶν | λιβάνων |
| δοτική | τῷ | λιβάνῳ | τοῖς | λιβάνοις |
| αιτιατική | τὸν | λίβανον | τοὺς | λιβάνους |
| κλητική ὦ! | λίβανε | λίβανοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | λιβάνω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | λιβάνοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λίβανος < σημιτικής προέλευσης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /lí.ba.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λί‐βα‐νος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λίβανος αρσενικό
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λίβανος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άνθρωπος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από σημιτικές γλώσσες (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)