ιδεόγραμμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ιδεόγραμμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική idéogramme[1] < idéo- (< αρχαία ελληνική ἰδέα) + -gramme (< αρχαία ελληνική γράμμα). Συγχρονικά αναλύεται σε ιδεό- + -γραμμα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.ðeˈo.ɣɾa.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ι‐δε‐ό‐γραμ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ιδεόγραμμα ουδέτερο
- γραπτό σύμβολο που εκφράζει μια ιδέα χωρίς να αναπαριστά τους φθόγγους από τους οποίους αποτελείται η αντίστοιχη λέξη
Πολλά σήματα της τροχαίας είναι ιδεογράμματα.- → δείτε και τα παραδείγματα στο λήμμα λογόγραμμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ιδεόγραμμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ιδεό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γραμμα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)