καλαμπούρι

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαμπούρι καλαμπούρια
γενική καλαμπουριού καλαμπουριών
αιτιατική καλαμπούρι καλαμπούρια
κλητική καλαμπούρι καλαμπούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

καλαμπούρι < γαλλική calembour

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

καλαμπούρι ουδέτερο

  1. λογοπαίγνιο που βασίζεται στη διαφορά έννοιας μεταξύ λέξεων που έχουν παρόμοια ή παραπλήσια προφορά
  2. (κατ’ επέκταση) αστειολόγημα
    όλο καλαμπούρια κάνει

Εκφράσεις[edit]

Συγγενικές λέξεις[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]