καλαφάτισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαφάτισμα καλαφατίσματα
γενική καλαφατίσματος καλαφατισμάτων
αιτιατική καλαφάτισμα καλαφατίσματα
κλητική καλαφάτισμα καλαφατίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαφάτισμα < καλαφατίζω + -μα < μεσαιωνική ελληνική καλαφατίζω < καλαφάτης + -ίζω < αραβική كلفت (qalafat)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαφάτισμα ουδέτερο

  1. το γέμισμα των σχισμών (ρωγμών) των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα.
  2. (μεταφορικά) (λαϊκότροπο) συνουσία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]