καμβάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμβάς καμβάδες
γενική καμβά καμβάδων
αιτιατική καμβά καμβάδες
κλητική καμβά καμβάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμβάς < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμβάς αρσενικό

  • ύφασμα που πρόκειται να κεντηθεί
  • ειδικό ύφασμα για ζωγραφική
  • τα κομβικά σημεία της υπόθεσης ενός αφηγηματικού έργου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]