καμβάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καμβάς οι καμβάδες
      γενική του καμβά των καμβάδων
    αιτιατική τον καμβά τους καμβάδες
     κλητική καμβά καμβάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμβάς < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμβάς αρσενικό

  1. ύφασμα που πρόκειται να κεντηθεί
  2. ειδικό ύφασμα για ζωγραφική
  3. τα κομβικά σημεία της υπόθεσης ενός αφηγηματικού έργου
  4. (πληροφορική, γραφικά υπολογιστή) πίνακας από εικονοστοιχεία (pixels) που χρησιμοποιείται ως βάση για την αποτύπωση των γραφικών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]