καμβάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καμβάς οι καμβάδες
      γενική του καμβά των καμβάδων
    αιτιατική τον καμβά τους καμβάδες
     κλητική καμβά καμβάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καμβάς < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καμβάς αρσενικό

  1. το ύφασμα που πρόκειται να κεντηθεί
  2. το ειδικό ύφασμα για ζωγραφική
    ※  Χρώματα πήρα και καμβά
    Για να σε ζωγραφίσω
    Και με το χρώμα τ’ ουρανού
    άγγελο να σε ντύσω
    Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Χρώματα πήρα και καμβά, (2005) Μάριος Φραγκούλης, στίχοι και σύνθεση: Μάριος Φραγκούλης, album: Ο κήπος των ευχών.
  3. (μεταφορικά) (για λογοτεχνικό, κινηματογραφικό, θεατρικό έργο) τα κομβικά σημεία της υπόθεσης ενός αφηγηματικού έργου
  4. (πληροφορική, γραφικά υπολογιστή) ο πίνακας από εικονοστοιχεία (pixels) που χρησιμοποιείται ως βάση για την αποτύπωση των γραφικών
  5. (μεταφορικά) άξονας, πλαίσιο
    ※  Ο καμβάς επιχειρηματικού μοντέλου αποτελεί μέρος της τάσης της οπτικής και σχεδιαστικής σκέψης.
    Magali Marbaise, Ο καμβάς επιχειρηματικού μοντέλου, Αφήστε την επιχείρησή σας να ανθίσει με αυτό το απλό μοντέλο, (2023): Εκδόσεις: 50Minutes.com, (μετάφραση: Λίνα Σιδέρη) @books.google

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]