καραφάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καραφάκι καραφάκια
γενική
αιτιατική καραφάκι καραφάκια
κλητική καραφάκι καραφάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραφάκι < υποκοριστικό του καράφα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καραφάκι ουδέτερο

  1. μικρή καράφα
  2. (ειδικότερα) μικρή καράφα περιεκτικότητας περίπου 200 χιλιόλιτρα
  3. (συνεκδοχικά) η ποσότητα από κρασί ή ούζο που αντιστοιχεί σε αυτό το δοχείο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε καράφα