καράφα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καράφα καράφες
γενική καράφας καραφών
αιτιατική καράφα καράφες
κλητική καράφα καράφες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καράφα < ιταλική caraffa, πιθανότατα από αραβική غرافة (gharrāfa)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καράφα θηλυκό

  1. γυάλινο δοχείο υγρών χωρίς πώμα, με σφαιρικό σώμα, στενό λαιμό και πλατύ στόμιο

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]