κιλίμι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κιλίμι | τα | κιλίμια |
| γενική | του | κιλιμιού | των | κιλιμιών |
| αιτιατική | το | κιλίμι | τα | κιλίμια |
| κλητική | κιλίμι | κιλίμια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κιλίμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική کلیم (kilim) (τουρκική kilim) < περσική گلیم (gilīm)

Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ciˈli.mi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κι‐λί‐μι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κιλίμι ουδέτερο
- χειροποίητος τάπητας που υφαίνεται στον αργαλειό
- ※ Ήταν ένα μικρό δωμάτιο στρωμένο με κιλίμια στο χρώμα της σκουριάς. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, 1987 [μυθιστόρημα])
- ※ Ἡ μεγάλη κεντητὴ κασέλα μὲ τὸ σεντονιαρισμένο πάπλωμα, τὰ μπάσια τὰ χαμηλὰ μὲ τὶς μαξιλάρες ὁλόγυρα καὶ τὰ κιλίμια, ἡ μπουχαροποδιά χιονάτη μὲ περίγυρο πλεχτὴ δαντέλα μὲ τὸ βελονάκι. (Ερμηνεία Φωτιάδου, Η Αλβανία σήμερα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 15 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)