κιλίμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιλίμι κιλίμια
γενική κιλιμιού κιλιμιών
αιτιατική κιλίμι κιλίμια
κλητική κιλίμι κιλίμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιλίμι < οθωμανική τουρκική کلیم (kilim) < περσική گلیم (gilīm)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ˈli.mi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιλίμι ουδέτερο

Ήταν ένα μικρό δωμάτιο στρωμένο με κιλίμια στο χρώμα της σκουριάς. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]