Μετάβαση στο περιεχόμενο

κιλίμι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κιλίμι τα κιλίμια
      γενική του κιλιμιού των κιλιμιών
    αιτιατική το κιλίμι τα κιλίμια
     κλητική κιλίμι κιλίμια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κιλίμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική کلیم (kilim) (τουρκική kilim) < περσική گلیم (gilīm)
Κιλίμι με λευκά κρόσσια.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ciˈli.mi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κιλίμι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κιλίμι ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]