κλίκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλίκα κλίκες
γενική κλίκας κλικών
αιτιατική κλίκα κλίκες
κλητική κλίκα κλίκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλίκα < γαλλική clique

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλίκα θηλυκό

  • ομάδα ατόμων με κοινά συμφέροντα που προσπαθούν να αναρριχηθούν στον κοινωνικό ιστό με απώτερο στόχο την κοινωνική τους ανέλιξη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]