κλίκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλίκα οι κλίκες
      γενική της κλίκας των κλικών
    αιτιατική την κλίκα τις κλίκες
     κλητική κλίκα κλίκες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλίκα < γαλλική clique

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλίκα θηλυκό

  • ομάδα ατόμων με κοινά συμφέροντα που προσπαθούν να αναρριχηθούν στον κοινωνικό ιστό με απώτερο στόχο την κοινωνική τους ανέλιξη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]