κληματαριά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κληματαριά | οι | κληματαριές |
| γενική | της | κληματαριάς | των | κληματαριών |
| αιτιατική | την | κληματαριά | τις | κληματαριές |
| κλητική | κληματαριά | κληματαριές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kli.ma.taɾˈʝa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κλη‐μα‐τα‐ριά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κληματαριά θηλυκό
- (βοτανική) το κλήμα που μετά από περιποίηση και κλάδεμα έχει απλώσει τα κλαριά του σε δοκάρια ή άλλα στηρίγματα πάνω από το έδαφος
- ※ η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κλήμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αριά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)