κοιλό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κιλό, κοίλο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοιλό κοιλά
γενική κοιλού κοιλών
αιτιατική κοιλό κοιλά
κλητική κοιλό κοιλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιλό < τουρκική kile < περσική کیله (kile: μονάδα μέτρησης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοιλό ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) μονάδα μέτρησης όγκου (σε κάποιες περιοχές ισοδυναμούσε με 24 οκάδες)
  2. (παρωχημένο) (κατ’ επέκταση) μονάδα μέτρησης εμβαδού (από την έκταση του χωραφιού που έβγαζε δημητριακά 24 οκάδων)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]