κολαούζος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολαούζος κολαούζοι
γενική κολαούζου κολαούζων
αιτιατική κολαούζο κολαούζους
κλητική κολαούζε κολαούζοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολαούζος < τουρκική kılavuz

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολαούζος αρσενικό

  1. αυτός που προπορεύεται και δείχνει το δρόμο προς έναν τόπο, ο οδηγός σε πορεία
  2. ο φορτικός άνθρωπος, που προσκολλάται δίπλα σε κάποιον και του κάνει τα θελήματα
  3. ο σπειροτόμος ή ο ελικοτόμος, εργαλείο διάνοιξης εσωτερικού σπειρώματος (αρσενικό)

Παροιμία[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]