κολλύριο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κολλύριο | τα | κολλύρια |
| γενική | του | κολλύριου & κολλυρίου |
των | κολλύριων & κολλυρίων |
| αιτιατική | το | κολλύριο | τα | κολλύρια |
| κλητική | κολλύριο | κολλύρια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κολλύριο < ελληνιστική κοινή κολλύριον < αρχαία ελληνική κολλύρα < προελληνική [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koˈli.ɾi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κολ‐λύ‐ρι‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κολλύριο ουδέτερο
- (φαρμακευτική) φαρμακευτικό υγρό διάλυμα που εφαρμόζεται στο μάτι με τη μορφή σταγόνων για θεραπευτικούς ή κατευναστικούς σκοπούς
- (παρωχημένο) κουλούρι
- ※ (καθαρεύουσα) και ἒλαβε τον ἂλευρον, καί ἐζύμωσε καί ἒκαμε κολλύρια ἒμπροσθεν αὐτοῦ καί ἒψησε τά κολλύρια (Τα Ιερά Βιβλία της Παλαιάς τε και Καινής Διαθήκης μεταφρασθέντα εκ των αρχετύπων, εν Οξονίω, ͵αωνʹ, σελ. 342)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κουλούρι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)