κολομπαράς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολομπαράς κολομπαράδες
γενική κολομπαρά κολομπαράδων
αιτιατική κολομπαρά κολομπαράδες
κλητική κολομπαρά κολομπαράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολομπαράς < τουρκική kulampara < περσική غلام باره (gẖulām-bāra)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολομπαράς αρσενικό (κωλομπαράς)

  • αυτός που συνουσιάζεται με άντρα, έχοντας τον ενεργητικό ρόλο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]