μπινές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπινές μπινέδες
γενική μπινέ μπινέδων
αιτιατική μπινέ μπινέδες
κλητική μπινέ μπινέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπινές < τουρκική ibne < αραβική ابنة (íbna) (κόρη, κοπέλα), θηλυκό του ابن

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπινές αρσενικό

  1. (χυδαίο) (αργκό) (καλιαρντά) ομοφυλόφιλος άντρας που αναλαμβάνει και παθητικό αλλά και ενεργητικό ρόλο στη σεξουαλική πράξη
    • «ευέλικτος», ενεργοπαθητικός
  2. (υβριστικά) υβριστική προσφώνηση

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]