κουδουνάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουδουνάκι κουδουνάκια
γενική
αιτιατική κουδουνάκι κουδουνάκια
κλητική κουδουνάκι κουδουνάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουδουνάκι < κουδούνι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουδουνάκι ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε κουδούνι